Giorgio

Του κρύου η λαίδη

Του κρύου η λαίδη

 

Οι σκιές του δειλινού ευθυγραμμίζονταν μ\' ακρίβεια,

αιθέρινοι οι ορίζοντες οδήγησαν το πλοίο,

φαντάσματα οι ναύτες – ξεφτισμένα τα σωσίβια,

υδάτινα τα τείχη στης Στυγός το αντηχείο.

 

Μας έκοβε ο βοριάς· χιονιάς της θάλασσας - μαχαίρι,

βοές τα πελαγίσια του μηνύματα - θρηνούσε,

με μουσική απόκοσμη μεγάλου λαουτιέρη,

νυμφεύονταν με τα στοιχειά και τότε σιωπούσε.

 

Του καραβιού προσπάθαγε ο καπνός μεσ\' στο σκοτάδι

να φτάσει στα απόμακρα και θολωτά ουράνια,

θυσία ήταν στους θεούς που ζούσανε στον Άδη,

σ\' ομίχλες μεγαλόπρεπες, βασίλεια ωκεάνια.

 

Οι μνήμες αφανίστηκαν, τις σκόρπισε η νύχτα,

ενώ η κόρνα μοναχή στην πρύμνη του ηχούσε·

καθώς φυσούσε ο άνεμος, καλνούσε και αλύχτα

το πλοίο με περίμενε· για μένα ξαγρυπνούσε.

 

Δριμύ το κρύο ήτανε, γιά πρόσκληση θανάτου;

Γενάρη ρίξαμε άγκυρα, στα ανοιχτά, αρόδου,

η μπάντα των πνευμάτων του αέρινου φουσάτου,

ταξίδευε στο πέρασμα ιδεατής εξόδου.

 

Τον αρραβώνα μας κυρές στροβίλιζαν στα χιόνια,

απόκοσμα εγγράφοντας την μουσική εντός μου,

του κρύου η λαίδη μίλησε στα δεκαοχτώ μου χρόνια

και άγγιξε τα μάτια μου στα πέρατα του κόσμου.

 

2017/10/30 © G. Venetopoulos, All rights reserved